Топ-100
Back

ⓘ Ρέσνα. Η Ρέσεν ή Ρέσνα σλαβομακεδονικά: Ресен ‎ είναι κωμόπολη στη νοτιοδυτική Βόρεια Μακεδονία, με περίπου 9.000 κατοίκους. Σχεδόν ισαπέχει από τη Μπίτολα και ..




                                               

Ρέσνα (αποσαφήνιση)

Ρέσνα
                                     

ⓘ Ρέσνα

Η Ρέσεν ή Ρέσνα σλαβομακεδονικά: Ресен ‎ είναι κωμόπολη στη νοτιοδυτική Βόρεια Μακεδονία, με περίπου 9.000 κατοίκους. Σχεδόν ισαπέχει από τη Μπίτολα και την Οχρίδα. Η κωμόπολη βρίσκεται σε υψόμετρο 850 μέτρων από τη στάθμη της θάλασσας, κοντά στη λίμνη Μεγάλη Πρέσπα. Η Ρέσεν είναι η μόνη κωμόπολη στην περιοχή της Πρέσπας και έδρα του Δήμου Ρέσεν.

                                     

1. Όνομα

Το όνομα της πόλης στα σλαβομακεδονικά και στα βουλγάρικα είναι Ρέσεν Ресен, στα σέρβικα Ρέσαν Ресан, στα τουρκικά Ρέσνε Resne, στα αλβανικά είναι γνωστή ως Ρέσνιε ή Ρέσνια Resnje ή Resnja και στα ελληνικά ως Ρέσνα.

                                     

2. Ιστορία

Η αρχαία ιλλυρική πόλη του Δαμαστίου ενδέχεται να βρίσκονταν κοντά στη Ρέσεν. Η ιστορία του Δαμαστίου ως πόλης χρονολογείται από το 431 π.Χ., όταν κατέφθασαν άποικοι από την Αίγινα.

Κατά τον Μεσαίωνα, η περιοχή των Πρεσπών ήταν τμήμα της Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας. Μετά την ήττα των Βουλγάρων του Σαμουήλ από τους Βυζαντινούς του Βασιλείου Β΄ Βουλγαροκτόνου, στη Μάχη του Κλειδίου, κάποιοι από τους στρατιώτες του Σαμουήλ, οι οποίοι είχαν τυφλωθεί στο ένα μάτι, εγκαταστάθηκαν σε ένα χωριό στις ακτής της λίμνης Πρέσπας. Οι Βυζαντινοί αποκάλεσαν το χωριό Ασαμάτι, που σημαίνει: το χωριό των μονόφθαλμων. Στη συνέχεια η περιοχή πέρασε στη βυζαντινή κυριαρχία.

Αργότερα, η Ρέσεν, έγινε τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αποτέλεσε κέντρο του βλαχόφωνου Ελληνισμού και ήταν η γενέτειρα του Αχμέντ Νιγιαζί Μπέη, αλβανού αξιωματούχου από αριστοκρατική οικογένεια της πόλης, ο οποίος ήταν ένας από τους πρωτεργάτες και ηγέτες της Επανάστασης των Νεότουρκων. Το πιο φημισμένο μνημείο της Ρέσεν είναι το Σαράι του Αχμέντ Νιγιαζί Μπέη, έπαυλη γαλλικής τεχνοτροπίας. Ο Ελληνικός βλαχόφωνος πληθυσμός προσέφυγε, στο μεγαλύτερο μέρος του, στην περιοχή της Λάρισας και στο Παλαιό Σκυλλίτσι Ημαθίας, μετά το 1913.